Σάββατο, 5 Μαρτίου 2016

Άστεγος

Εδώ θα μείνω να ξεκουραστώ
κάτω απ΄το λίγο φως μιας δημόσιας λάμπας.
 Πάνω στο παγκάκι τυλίγομαι στην ύπαρξή μου
κι έτσι νομίζω πως δεν κρυώνω.
Λίγη τροφή μέσα στη βρώμικη τσάντα μου
(φτωχή συγκομιδή μιας ατέλειωτης μέρας)
κι ένα όπλο κολλημένο στον κρόταφο.
Όταν θα έρθουν οι εχθροί μου να με βρουν,
θα τους πυροβολήσω με τη ζωή μου.


Μικρή εικόνα

Θα ’θελα με μιας
να μπορούσα  να τα καταλάβω όλα:
το νόημα του κόσμου,
τα πέρατα του σύμπαντος,
τις περίπλοκες κινήσεις των άστρων
Κυρίως όμως
αυτό που σκέφτεσαι,
όταν κοιτάζεις έξω απ’  το παράθυρο
και παίζεις  αφηρημένη με τα μαλλιά σου.


Ανατροπή

Λοιπόν ο έρωτας,
αυτή η απέλπιδα αποπλάνηση των σωμάτων,
οι δεκάρικοι λόγοι για την αιωνιότητα.
Κι αν ξαφνικά γινόμουν ό,τι μισούσες;
Πόσο μεγάλη έκπληξη όμως.

(Κι εγώ που νόμιζα ότι θα ζούσα
όλη μου τη ζωή μες στην αγάπη.)


Μαθήματα ανατομίας

Ακούγονται πυροβολισμοί
από το κέντρο της πόλης.
Οι επικοινωνίες έχουν διακοπεί
από προχτές και σήμερα
ο αδερφός μου δεν γύρισε απ’  τη δουλειά.
Του λείπει το ένα χέρι μα σ’ αυτό τον κόσμο
δεν υπάρχει λύπηση.
Μέσα στον πανικό της η γυναίκα μου
γεμίζει την μπανιέρα με νερό.
Ίσως αν βουλιάζαμε όλοι εκεί,
να αναδυθούμε μέσα απ’ τις ρωγμές της
σ’ έναν  άλλο τόπο, διαφορετικό.
Τέτοια θαύματα συμβαίνουν συχνά,
δεν είναι ασυνήθιστο.
Εν τω μεταξύ νυχτώνει και τα σκυλιά ουρλιάζουν.
Κάτω απ’ τις κουβέρτες τα παιδιά μου
προσπαθούν να μην κλάψουν.
Πώς να τα παρηγορήσεις
όταν το αντίπαλο δέος είναι ο θάνατος;
Εν τω μεταξύ νυχτώνει κι εγω δεν μπορώ
ούτε ένα ελάχιστο φως ν’ ανάψω.
Ώρες – ώρες έχει ο Θεός μια τεράστια φτέρνα
για να μας συντρίβει κι η γνώση
έρχεται καθυστερημένη
(πάντα το ίδιο κάνει)
Θα μάθουμε ανατομία πάνω
στα πτώματα αυτών που πιο πολύ αγαπήσαμε.


Εις έναν Θεόν


Αξύριστος μπροστά στον καθρέφτη
δε μοιάζεις πολύ
με τον εαυτό που θα ’θελες .
Γενικώς μεγαλώνουμε
επιτυχώς ή ανεπιτυχώς.
Δεν έχει σημασία
(έτσι κι αλλιώς στο τέλος
κανείς δε θα το θυμάται)
Επενδύουμε στον μέλλοντα χρόνο,
στις επερχόμενες γενιές
στις χαρές που είναι να  ’ρθουν.
Προσπαθούμε να  είμαστε ευχάριστοι στους άλλους
(ίσως και στον ίδιο μας τον εαυτό,
όταν οι συγκυρίες μας το επιτρέπουν)
Πιστεύουμε εις έναν Θεόν...

Πάντα με συγκινούσε αυτή η προσπάθεια

να μην πεθάνουμε οριστικά.
Κατάλαβα στην αίθουσα αναμονής
έξω από τις τουαλέτες
πως είδα να έρχεται το μακρινό βασιλεμένο
παρελθόν που ακόμα χανόταν
σε λίκνο διερχόμενης

μετακόμισης στον ουρανό –
ο ουρανός όλος μια πίσω
πόρτα που περιδεώς έβγαζε
κι έμπαζε

Άνοιγα τις ρυτίδες των γυναικών μου
έως τις τρεις αρχές
που υποστηρίζει ο δρόμος μου
για την κύρια αρτηρία
και το καπνοπωλείο.

Από τον χαιρετισμό
ενός εξαμβλώματος
που σε χρόνο ρεκόρ εντόπισαν
οι σκιές των ποδιών της
λες και χόρευαν κλακέτες
πρόσταξαν
να στάξουν
το ερματικό
που
ήθελα. 

Για τους πρόσφυγες
 
Και τώρα τι θ' απογίνεις;
η θάλασσα μπροστά 
σε θέλγει μαυροφορεμένη
και πίσω σου κακοτράχαλα 
σπίτια γκρεμισμένα
πόλεμος, προσφυγιά...
κι εσύ, τα παιδιά, οι γριές 
γαντζωμένοι σ' ένα σαπιοκάραβο,
στη νεκρόφιλη ελπίδα 
για τη σωτηρία
Και σαν στη στεριά 
φτάνετε μετριέστε,
κορμιά πνιγμένων στην
 ανέκφραστη θάλασσα,
μα δεν μπορεί φιλόξενοι 
θα ναι οι άνθρωποι,
σκύβετε και φιλάτε το χώμα,

μα ο Ξένιος Ζευς παραμονεύει.

Φουρτούνιασε η θάλασσα. 
Απελπισμένα κύματα
χτυπιούνται στα βράχια. 
Η θάλασσα φωνάζει: 
-Όχι, άλλον ΑΪλάν! 
Και φτάνει ο αντίλαλος 
στη Λαμπεντούζα, 
στο Φαρμακονήσι 
και σ’ όλη τη Μεσόγειο. 
Κλαίνε οι γλάροι: 
-Όχι, άλλον Αϊλάν! 
Και μένει μέσα μου ο θρήνος, 
που κάθε βράδυ με ξυπνά 
και μου ζητάει να παλέψω. 

[πεδίο βολής]

να νανουρίζομαι με όλμους και με σφαίρες
να κολυμπώ στης μεσογείου τα νερά
και να ελπίζω σε καλές να έρθουν μέρες
μα, είμαι πρόσφυγας κι εκεί κι εδώ ξανά
μες σε στρατόπεδα συγκέντρωσης με κλείνουν
σε παραλίες να ξεβράζω σε νησιά
για λίγο μόνο λέω, οι έννοιες μου μ' αφήνουν
μα, είμαι ξένος, μόνος και χωρίς χαρτιά
και πόσα έδωσα λεφτά
και πόσους πίσω έχω αφήσε
ποιο είναι το τίμημα για όποιον ποθεί να ζήσει;
να νανουρίζομαι με όλμους και με σφαίρες
όλος ο τόπος μου ένα πεδίο βολής
πεδίο του άρεως κατασκηνώνω μέρες
κι εσύ στα έδρανα κοιμάσαι της βουλής

[προσφυγιά]

κι ούτε να μένουμε στα δάκρυα μας, έχουμε ακόμα διαδρομή
κι είναι αδέρφια μας, γονείς, παιδιά μας
είναι δική μας προσφυγιά μας και φέρει ελπίδα και ορμή

Νεκροί και δεν το ξέρουν, 
ζωντανοί και το ξέρουν.
Οι ζωντανοί έχουν μια νεκρή ιδέα.
Ένας άνθρωπος είναι μια ιδέα ζωντανή·
αφού πεθάνει, μια ιδέα νεκρή.
Η ιδέα των ζωντανών είναι ίδια
με την ιδέα των νεκρών.
Οι νεκροί έχουν μια ζωντανή ιδέα -
Νεκρός, δεν έφταιξα εγώ
ήμουν μονάχα μια ιδέα -
Μετάνοια όλο σεβασμό σε μια καλύβα
μελέτη αφοσιωμένη στο Πρωταρχικό -
Το καλό Βουδιστικό υλικό
δεν είναι ένδυμα αμαρτίας -
Είναι ένδυμα Φωτός -
Τα έμβια όντα υποδηλώνουν τον θάνατο
με τις ξένοιαστες πράξεις τους·
Όπως οι νεκροί σημαδεύουν τους ζωντανούς
με την σιωπή τους
Όταν ο βράχος γίνει αέρας
Θα είμαι εκεί.